"Στο νηπιαγωγείο είχαμε ένα λόφο λιθόστρωτο με στριφογυριστό μονοπάτι και το σπίτι μιας μάγισσας στην άκρη. Ο λόφος αυτός στόλισε τα γόνατά μας με τόσες γρατσουνιές και μώλωπες... Ο εξωτερικός τοίχος είχε αιχμηρά και αποτρεπτικά γυαλιά μπηγμένα στο τσιμέντο για να κρατάει μακριά τα χελιδόνια. Το σπίτι της μάγισσας ήταν πολύ σκοτεινό και αραχνιασμένο στο εσωτερικό του, με παλιές βελούδινες κουρτίνες στο χρώμα του ρουμπινιού. Κρυφοκοιτάζαμε από ένα μεγάλο άνοιγμα στο σπασμένο παράθυρο -ήταν το μόνο σημείο που μπορούσες να διακρίνεις μέσα από τη σκόνη. Το τραπέζι ήταν πάντα ακατάστατο, με πιάτα χρησιμοποιημένα και στιβαγμένα, λες, εδώ και χρόνια. Ξέραμε πως εκεί ζούσε μια μάγισσα, κι έτσι προχωρούσαμε σκυφτά τρεις τρεις ή τέσσερεις μαζί και τριγυρνάγαμε στον περίγυρο όσο μας επέτρεπε ο φόβος μας. Οι πιο γενναίοι έφταναν ως το παράθυρο και κολλούσαν τη μύτη τους στο άθικτο τζάμι. Καμιά φορά τολμούσαμε να πετάξουμε φλούδες πορτοκαλιού μέσα από το σπασμένο άνοιγμα και μετά, με την αδρεναλίνη να βράζει σε όλο μας το σώμα, γυρνούσαμε βάζοντας φτερά στα πόδια μας κάτω στο λιθόστρωτο, στο στριφογυριστό μονοπάτι, με τις καρδούλες μας να χτυπάνε πιο γρήγορα απ'το ρολόι που έδειχνε ότι το διάλειμμα είχε τελειώσει..." Τ. Κ.
Να σας βρίσκω καβάλα στις μάντρες
Κρυμμένους στα δέντρα
Τα πόδια σας να χορεύουν στα νερά
Να γλυστρούν οι σκιές σας στις φλόγες
Να αιωρείσθε ανάμεσα στο δρόμο και το φεγγάρι
Οι ρίζες σας να απλώνουνε στη γη και τα κόκκινα μαλλιά σας να ανεμίζουνε στα σύννεφα
Να κοιμάστε κάτω απ'τα ρόδια με τα χρυσά σας στέμματα
Κι εγώ να έρχομαι σιγά
Να φρουρώ τα όνειρά σας...